| Ιστορία του χωριού Ο Άγιος Λαυρέντιος υπήρξε, στις απαρχές του, χωριό «μοναστηριακό». Αναπτύχθηκε πέριξ του ομώνυμου μοναστηριού, του οποίου η ίδρυση χρονολογείται μεταξύ του 12ου και του 13ου αιώνα. Γύρω από τη Μονή αυτή, συγκροτήθηκε ο πρώτος πυρήνας κατοίκων, κατά βάση γεωργών, οι οποίοι ήρθαν για να εργαστούν ως καλλιεργητές των κτημάτων της Μονής. Το 14ο με 15ο αιώνα, εξελίσσεται σε ένα σημαντικό και οργανωμένο αυτόνομο οικισμό, ο οποίος βρίσκεται κάτω από τη διοίκηση του ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής Αγίου Λαυρεντίου.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το χωριό ανήκε στην κατηγορία των «βακουφιών», που ήταν αφιερωμένα σε οθωμανικά φιλανθρωπικά ή θρησκευτικά ιδρύματα. «Βακούφια» ήταν στο Πήλιο και άλλα χωριά, όπως η Μακρινίτσα, η Δράκεια, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Βλάσιος, η Βυζίτσα, η Αργαλαστή, το Μούρεσι, η Αργαλαστή, οι Πινακάτες, το Ανήλιο και η Μακρυρράχη. Τα χωριά αυτά, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, που ονομάζονταν «χάσια», διοικούνταν καλύτερα και απολάμβαναν κάποια προνόμια. Η φορολογία οριζόταν κατά χωριό και το ποσό οφειλής μοιραζόταν από τους προεστούς στις οικογένειες. Γενικά, οι φόροι ήταν μικρότεροι στα βακούφικα χωριά.
Κατά την περίοδο αυτή, η οικονομία των χωριών του Πηλίου στηρίχτηκε κυρίως στη βιοτεχνία και το εμπόριο και λιγότερο στην αγροτική παραγωγή. Συγκεκριμένα, η σηροτροφία αναφέρεται ως μία σημαντική ασχολία των κατοίκων από την ίδρυση ακόμη του χωριού του Αγίου Λαυρεντίου. Αναπτυγμένη ήταν, επίσης, και η υφαντουργία. Κάθε σπίτι σχεδόν είχε τον αργαλειό του, στον οποίο οι γυναίκες ύφαιναν κιλίμια, μιτάρια, σεντόνια, είδη ρουχισμού, κουρελούδες, καρπέτες κτλ. Το εμπόριο μεταξιού και άλλων προϊόντων γινόταν με ζώα προς τα άλλα χωριά αλλά και προς τη Μακεδονία και τις χώρες της Ευρώπης.
Η οικονομική ανάπτυξη του χωριού κατά τον 18ο και 19ο αιώνα είχε ως επακόλουθο σχετική ευημερία, όπως αυτή εκδηλώνεται με την ανέγερση αρχοντικών, χαρακτηριστικών του πηλιορείτικου αρχιτεκτονικού τύπου κτισμάτων, με αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά στοιχεία που αρχικά διαμορφώθηκαν στην Ήπειρο και τη Μακεδονία. Η ευημερία αυτή οφείλεται ως ένα βαθμό και στους πολλούς εκείνους Αγιολαυρεντίτες που ξενιτεύτηκαν στις Η.Π.Α, στην Αίγυπτο και αλλού.
Από το 1881, όμως, και εξής, οπότε και η Θεσσαλία απελευθερώθηκε και υπήχθη στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος, τα χωριά άρχισαν να παρακμάζουν, καθώς αναπτύχθηκε ο Βόλος σε μεγάλο εμπορικό κέντρο, και οι κάτοικοι των χωριών αναγκάστηκαν να περιοριστούν στην αγροτική παραγωγή. Κύρια απασχόληση των κατοίκων του Αγίου Λαυρεντίου ήταν πλέον η οπωροκαλλιέργεια (μήλα, κεράσια, βερίκοκα, καρύδια, αμύγδαλα, κυδώνια, σύκα), η ελαιοκαλλιέργεια και η αμπελοκαλλιέργεια. Μικρή ήταν η παραγωγή πατάτας και δημητριακών (σιτάρι, καλαμπόκι) ενώ η αφθονία των καστανιών έδινε τη δυνατότητα ακόμη και για εξαγωγή στο εξωτερικό.
|